χαρακτηριστικός
Greek
Pronunciation
- IPA(key): /xa.ɾa.kti.ɾi.stiˈkos/
- Hyphenation: χα‧ρα‧κτη‧ρι‧στι‧κός
Adjective
χαρακτηριστικός • (charaktiristikós) m (feminine χαρακτηριστική, neuter χαρακτηριστικό)
Declension
Declension of χαρακτηριστικός
| number case \ gender |
singular | plural | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
| nominative | χαρακτηριστικός • | χαρακτηριστική • | χαρακτηριστικό • | χαρακτηριστικοί • | χαρακτηριστικές • | χαρακτηριστικά • |
| genitive | χαρακτηριστικού • | χαρακτηριστικής • | χαρακτηριστικού • | χαρακτηριστικών • | χαρακτηριστικών • | χαρακτηριστικών • |
| accusative | χαρακτηριστικό • | χαρακτηριστική • | χαρακτηριστικό • | χαρακτηριστικούς • | χαρακτηριστικές • | χαρακτηριστικά • |
| vocative | χαρακτηριστικέ • | χαρακτηριστική • | χαρακτηριστικό • | χαρακτηριστικοί • | χαρακτηριστικές • | χαρακτηριστικά • |
| derivations | Comparative: πιο + positive forms (e.g. πιο χαρακτηριστικός, etc.) Relative superlative: definite article + πιο + positive forms (e.g. ο πιο χαρακτηριστικός, etc.) | |||||
Degrees of comparison by suffixation
| comparative | singular | plural | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
| nominative | χαρακτηριστικότερος • | χαρακτηριστικότερη • | χαρακτηριστικότερο • | χαρακτηριστικότεροι • | χαρακτηριστικότερες • | χαρακτηριστικότερα • |
| genitive | χαρακτηριστικότερου • | χαρακτηριστικότερης • | χαρακτηριστικότερου • | χαρακτηριστικότερων • | χαρακτηριστικότερων • | χαρακτηριστικότερων • |
| accusative | χαρακτηριστικότερο • | χαρακτηριστικότερη • | χαρακτηριστικότερο • | χαρακτηριστικότερους • | χαρακτηριστικότερες • | χαρακτηριστικότερα • |
| vocative | χαρακτηριστικότερε • | χαρακτηριστικότερη • | χαρακτηριστικότερο • | χαρακτηριστικότεροι • | χαρακτηριστικότερες • | χαρακτηριστικότερα • |
| derivations | relative superlative: ο + comparative forms (eg "ο χαρακτηριστικότερος", etc) | |||||
| Absolute superlative | singular | plural | ||||
| masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
| nominative | χαρακτηριστικότατος • | χαρακτηριστικότατη • | χαρακτηριστικότατο • | χαρακτηριστικότατοι • | χαρακτηριστικότατες • | χαρακτηριστικότατα • |
| genitive | χαρακτηριστικότατου • | χαρακτηριστικότατης • | χαρακτηριστικότατου • | χαρακτηριστικότατων • | χαρακτηριστικότατων • | χαρακτηριστικότατων • |
| accusative | χαρακτηριστικότατο • | χαρακτηριστικότατη • | χαρακτηριστικότατο • | χαρακτηριστικότατους • | χαρακτηριστικότατες • | χαρακτηριστικότατα • |
| vocative | χαρακτηριστικότατε • | χαρακτηριστικότατη • | χαρακτηριστικότατο • | χαρακτηριστικότατοι • | χαρακτηριστικότατες • | χαρακτηριστικότατα • |
Related terms
- χαρακτηριστική ομάδα f (charaktiristikí omáda, “functional group”)
- τεχνικά χαρακτηριστικά f pl (techniká charaktiristiká, “technical specifications”)
and see: χαρακτήρας m (charaktíras, “character”)
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.